Η αρχή της απροσδιοριστίας

  • 0
«Προσπαθούσε να συγυρίσει το μυαλό του, όταν… ένα ιπτάμενο αντικείμενο, απροσδιόριστης ταυτότητας, σπάθισε με τα μικροσκοπικά φτερά του, τον αέρα που βγήκε με ορμή από τις μεγάλες εξατμίσεις της μύτης του. Αυτό ήταν αρκετό για να του αποσπάσει την προσοχή, αφήνοντας να του γλιστρήσει μια ανάμνηση, που έτυχε να ξεσκονίζει εκείνη τη στιγμή, στη λήθη».
«Καταραμένο μυγάκι», «ψέλλισε ρουθουνίζοντας σαν ταύρος σε αρένα».
«Το προκλητικό έντομο, έφερε δύο γυροβολιές το τεράστιο κεφάλι, του εκνευρισμένου άντρα, πριν αποφασίσει να προσγειωθεί στη μεγαλύτερη, από τις φούσκες, που συνέθεταν ένα, επιμελώς παρασκευασμένο, καϊμάκι, ελληνικού καφέ».
«Ε, αυτό, παραπάει», «είπε μεγαλόφωνα, καταδιώκοντας τον απρόσκλητο εισβολέα».
«Το έντομο, αφού χάραξε με το τραχύ του πόδι την επιφάνεια της φούσκας σπάζοντας την, σηκώθηκε στον αέρα επιδεικτικά, φανερώνοντας την πρόθεση του να αναμετρηθεί με τον ψηλόλιγνο άντρα».
«Θέλεις πόλεμο λοιπόν, παραπροϊόν της εξέλιξης, ε, θες πόλεμο;! Θα τον έχεις», «είπε, γραπώνοντας ένα συναίσθημα οργής, από τον αναστατωμένο του εγκέφαλο».
«Το έντομο πετούσε φλύαρα σε ασφαλές ύψος, διαγράφοντας ασύμμετρους κύκλους και οχτάρια. Ο εκνευρισμένος άντρας βάστηξε με ολόκληρη την παλάμη του το φλιτζάνι με τον καφέ παρακολουθώντας με απόλυτη προσήλωση τον ιπτάμενο κακοποιό».
«Λίγες είναι οι ώρες σου μικρό καθαρματάκι. Σε λίγο θα είσαι παρελθόν», «είπε, έχοντας πάντοτε κλειδωμένη τη ματιά του στην πορεία που ακολουθούσε το έντομο».
«Τότε, με μια απότομη κίνηση το χεριού του, εκτόξευσε όλο το περιεχόμενο του φλιτζανιού προς το μέρος του λαθραίου επισκέπτη. Ο καφές, πριν καταφτάσει στον προορισμό του, διασπάστηκε σε μικρά σταγονίδια που πετούσαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ένα από αυτά βρήκε το αριστερό φτερό του εντόμου, το οποίο άρχισε να στροβιλίζεται στον αέρα έως ότου, μετά από αριστοτεχνικούς χειρισμούς, επανακτήσει την ισορροπία του. Τα υπόλοιπα, προσέκρουσαν με ορμή στον κατάλευκο καμβά που οριζόταν από τις τέσσερις γραμμές του τετράγωνου ταβανιού, σχηματίζοντας μια λωρίδα από πιτσιλιές, ατάκτως τοποθετημένες».
«Και μετά, και μετά;» «Ρώτησε επιτακτικά ο Σάιμον, ενώ τα διάφανα μικροκαμωμένα φτερά του πετάρισαν επαναστατικά κάτω από το αμυδρό πράσινο φως που εξέπεμπε η κοιλιά μιας πυγολαμπίδας».
«Η ώρα είναι περασμένη Σάιμον», «είπε ο Τζόναθαν, μια επιβλητική αρσενική αλογόμυγα ύψους τριάντα χιλιοστών του μέτρου».
«Σε παρακαλώ, λίγο ακόμα», «εκλιπαρούσε ο Σάιμον, ενώ τα εκατοντάδες μάτια του λαμπίριζαν, σαν στολίδια χριστουγεννιάτικου δέντρου».
«Σάιμον, αυτή τη φορά θα πρέπει να επιμείνω. Η δασκάλα σου σε έχει πιάσει επανειλημμένως να κοιμάσαι στο μάθημα».
«Η δασκάλα μου είναι χαζή», «αποκρίθηκε ο Σάιμον, διπλώνοντας τα δύο μπροστινά του πόδια στο στήθος».
«Γιατί το λες αυτό Σάιμον;», «Ρώτησε με απορία ο Τζόναθαν».
«Κατ’ αρχάς, δεν πιστεύει ότι υπάρχουν άνθρωποι».
«Δεν πιστεύει ότι…».
«Όχι, όχι.. Σου είπα, είναι χαζή!».
«Μμμμ…».
«Λέει, ότι δεν υπάρχουν όντα που περπατάνε σε δύο πόδια, έχουν μόνο δύο μάτια και καθόλου φτερά! Μου είπε ότι έχω μεγάλη φαντασία, και όλα τα παιδιά γέλασαν μαζί μου! Να, γι αυτό είναι χαζή!», «εξακολούθησε ο μικρός Σάιμον».
«Η δασκάλα σου Σάιμον, όπως και όλες οι μύγες εδώ, δε γνωρίζουν άλλο τόπο εκτός από τη λίμνη Βικτώρια. Είναι απίθανο μια μύγα στη διάρκεια της ζωής της να δει άνθρωπο σε αυτή την περιοχή».
«Και γιατί παρακαλώ είναι απίθανο;», «ρώτησε γεμάτος απορία ο Σάιμον».
«Γιατί, Σάιμον, οι μύγες ζουν πολύ λιγότερο από τους ανθρώπους. Μερικές φορές ακόμα και λίγες ημέρες από τη στιγμή που θα πάρουν την τελική τους μορφή. Σε αυτό το διάστημα μπορεί να μην πατήσει καθόλου άνθρωπος στην περιοχή. Μάλιστα, τη συγκεκριμένη περιοχή, πολύ σπάνια την επισκέπτονται άνθρωποι».
«Εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι χαζή, και αυτή και όλες οι μύγες που ζουν εδώ. Το μόνο που τους απασχολεί είναι να γεμίσουν την κοιλιά τους με περιττώματα και φρεσκοστυμμένο χυμό αίματος».
«Τότε, μια εκτυφλωτική ακτίνα φωτός έσκισε στα δύο το πέπλο του σκοταδιού».
«Και μετά και μετά», «είπε ο μικρός Νικόλας, έχοντας καρφώσει τα γουρλωμένα του μάτια, στον Πατέρα του».
«Αρκετά για σήμερα. Τώρα, ο μπαμπάς πρέπει να τακτοποιήσει λίγο το μυαλό του για να δουλέψει..».
«Μμμ, όλο στο καλύτερο διακόπτεις!» «Είπε, μουτρωμένα, ο Νικόλας». «Η μαμά πάντοτε ολοκλήρωνε την ιστορία!».
«Κάτσε να κάνεις τα μαθήματα σου. Είμαι σίγουρος ότι η μαμά, από εκεί που είναι, μας βλέπει και συμφωνεί μαζί μου».
«Ο μικρός Νικόλας, έγνεψε συγκαταβατικά, αφήνοντας όμως ένα ίχνος παραπόνου να πασπαλίσει ελαφρά το βλέμμα του».
«Ο πατέρας του Νικόλα ήταν συγγραφέας παιδικών βιβλίων και μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας. Αν και δε του φαινόταν, ήταν μάλλον νευρικός. Ψηλόλιγνος, με μεγάλο κεφάλι και γωνιώδες πρόσωπο. Θαρρείς ότι ήταν φτιαγμένο έτσι ώστε να χωράει όλες εκείνες τις ιστορίες που σκαρφιζόταν κάθε τόσο για να εξασφαλίσει τα προς το ζην, γι αυτόν και το γιό του».
«Έκλεισε την πόρτα του παιδικού δωματίου πίσω του, πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το παράθυρο, ώστε να τρυπώσουν οι ακτίνες του απογευματινού ήλιου στο σπίτι, και αφού έφτιαξε τον αγαπημένο του ελληνικό καφέ, με πλούσιο καϊμάκι, τον ακούμπησε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας».
«Ο κύριος Ηλιάδης», «έτσι ήταν το επίθετο του, θαρρώ», «Πέρασε λίγα λεπτά αμίλητος, αναμοχλεύοντας σκονισμένες μνήμες».
«Προσπαθούσε να συγυρίσει το μυαλό του, όταν… ένα ιπτάμενο αντικείμενο, απροσδιόριστης ταυτότητας, σπάθισε με τα μικροσκοπικά φτερά του, τον αέρα που βγήκε με ορμή από τις μεγάλες εξατμίσεις της μύτης του. Αυτό ήταν αρκετό για να του αποσπάσει την προσοχή, αφήνοντας να του γλιστρήσει μια ανάμνηση, που έτυχε να ξεσκονίζει εκείνη τη στιγμή, στη λήθη».

ΝικΝικ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ShareThis

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...