Η Ελλάδα που αγάπησα

  • 0
Στην αρχή ήρθε η γέννηση. Μεγάλο σοκ. Αδύνατο να πάρω ανάσα. Μια κυρία, στο μέγεθος του θωρηκτού Ποτέμκιν, έβγαλε όλα της τα απωθημένα στην πλάτη μου. Δεν σας κρύβω ότι η αρχική μου πρόθεση ήταν να τη σύρω στα δικαστήρια για απρόκλητη επίθεση, αλλά μετά από ώριμη σκέψη οδηγήθηκα στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί μου θα κατέπεφταν στην προανάκριση, καθώς, κατά πρώτον, ποιος θα πίστευε ένα μπλαβί νεογνό που όλη του η επιχειρηματολογία θα συνοψιζόταν στις λέξεις: ουά-ουά, και κατά δεύτερον, οφείλω να παραδεχτώ ότι η σφαλιάρα έπιασε.
Θα μου πεις: που τα ήξερες όλα αυτά, βρέφος πράμα; Άκουγα εγώ. Ξέρεις τι ακουστική έχει μέσα στην κοιλιά; Εξάλλου, δεν είχα και πολλά να κάνω. Είναι αρκετά βαρετό το διάστημα της εγκυμοσύνης. Ούτε τηλεόραση δε μου είχαν! Έλεος πια! Ούτε στο μεσαίωνα να ζούσαμε! Άκουγα και Μάθαινα λοιπόν. Έμαθα γρήγορα ότι θα δίναμε, λέει, «φακελάκι» στο γιατρό. Βέβαια τότε δεν ήξερα τι είναι το φακελάκι, αλλά πείστηκα ότι ήταν απαραίτητο να το δώσουμε, αλλιώς θα έμενα για πάντα στην κοιλιά. «Να το δώσουμε, να το δώσουμε», φώναζα και κλωτσούσα από μέσα. «Ποδοσφαιριστής θα γίνει το παιδί», έλεγε ο πατέρας μου. «Χέσε μας με το ποδόσφαιρο», φώναζε η μάνα μου. Οι τρυφεροί αυτοί διάλογοι ήταν πολύ συχνοί καθ’ όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. 
 
Πολύ συχνοί ήταν και οι διάλογοι για τη διατροφή μου. Μεγάλωσα δε, με την αγωνία της έλλειψης κοκορετσιού. Ζήσαμε δραματικές στιγμές μια νύχτα. Η μάνα μου ήταν ανένδοτη. «Θέλω κοκορέτσι!», έλεγε στον πατέρα μου. «Το παιδί ζητάει κοκορέτσι!», επαναλάμβανε. Τότε αντιλήφθηκα τι σημαίνει άλλοθι. Με χρησιμοποιούσε η ίδια μου η μάνα προς ίδιον όφελος. Κατ’ αρχάς εγώ ήμουν χορτοφάγος. Το είχα δηλώσει επανειλημμένως, αλλά αγνοήθηκα ισάριθμες φορές. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα ότι έχω κυνόδοντες και συμβιβάστηκα με την πραγματικότητα. 
 
Σύντομα, επίσης, έμαθα ότι είμαστε μέλη του ΠΑΣΟΚ. Της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης. Αυτό μας εξασφάλιζε δουλειά, στέγη και τροφή. Εμείς απλώς έπρεπε να το ψηφίζουμε. Παράλληλα με αυτό έμαθα ότι είχαμε ένα μεγάλο εχθρό που απειλούσε αυτά μας τα κεκτημένα, τη Νέα Δημοκρατία. Η Νέα Δημοκρατία ήταν η Δεξιά παράταξη που ο λαός, για κάποιο λόγο, ποτέ δεν ξεχνούσε τι σημαίνει. Μεταξύ μας, ποτέ δεν κατάλαβα τι ακριβώς σήμαινε. Δε νομίζω ότι είχε και μεγάλη σημασία άλλωστε. Το σημαντικό ήταν να δείχνεις ότι θυμάσαι. Αυτή η διαμάχη με σημάδεψε ανεξίτηλα. Αφού στη διάρκεια του τοκετού έψαχνα για κάνα παραπεταμένο σημαιάκι με πράσινο ήλιο μέσα στην κοιλιά, αλλά μάταια. 
 
Είχα ακούσει πολλά για τον πράσινο ήλιο. Αυτό μου δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες, και ως γνωστόν οι μεγάλες προσδοκίες φέρνουν και μεγάλες απογοητεύσεις. Δεν πίστευα στα μάτια μου όταν είδα για πρώτη φορά τον ήλιο. Ήταν κίτρινος! Κατακίτρινος! Πιο κίτρινος και από τον ίκτερο! Για περίπου ένα χρόνο ζούσα σε καθεστώς άρνησης. Μου ήταν αδύνατο να παραδεχτώ ότι ο ήλιος δεν ήταν πράσινος. Η Πραγματικότητα όμως είναι εκεί, αμείλικτη, όσο και αν την αρνείσαι. Αποφάσισα λοιπόν να κάνω το δεύτερο μεγάλο συμβιβασμό στη ζωή μου και να ζήσω με τις συνέπειες του. Ήταν η πρώτη μου ουσιαστική επαφή με την πολιτική.

Ακόμα έμαθα ότι ο Αντρέας έκανε, λέει, μεγάλες αυξήσεις στους δημοσίους υπαλλήλους. Ο Αντρέας ήταν ο ιδρυτής της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης. Δε μπορώ να περιγράψω τι χαρά είχα πάρει τότε. Ήταν η εποχή που πίστευα ότι όλοι οι Έλληνες είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Αργότερα συνειδητοποίησα ότι δεν είναι, κι εμείς ήμασταν από τη λάθος μεριά. Εν τούτοις, ποτέ δεν αμφέβαλλα για την ορθότητα της πολιτικής που ακολουθούσε το ΠΑΣΟΚ. Ήμουν τόσο σίγουρος για τα «πιστεύω» μου που αδυνατούσα να καταλάβω γιατί έχει εχθρό! Βέβαια η απορία μου λύθηκε σύντομα. Η Δεξιά εκπροσωπούσε το μεγάλο κεφάλαιο που ήθελε το κακό μας. Το μεγάλο κεφάλαιο είναι νομοτελειακά κακό, οπότε το συμπέρασμα ήταν αναπόδραστο.
Έμαθα ότι ο μπατζανάκης μας ήταν κουκουές. Έτσι τον έλεγε ο πατέρας μου. Οι κουκουέδες ήταν πολύ σκληροπυρηνικοί και χαρακτηριστικό τους γνώρισμα ήταν η διαφωνία. Αδυνατούσαν να συμφωνήσουν ακόμα και ότι διαφωνούν, με αποτέλεσμα να φθάνουν πάντοτε σε φιλοσοφικά αδιέξοδα τα οποία και «φόρτωναν» στον Καπιταλισμό. Ο Καπιταλισμός ήταν μια έννοια που αδυνατούσα τότε να κατανοήσω, και ήταν λογικό, αφού ζούσαμε σε σοσιαλισμό. Ο μπατζανάκης μας ήταν πολύ εκνευριστικός. Μια φορά είπε στον πατέρα μου ότι είναι λούμπεν προλετάριος και ο πατέρας μου έξαλλος ανταπάντησε: «Εσύ είσαι λουμπίνα». Αυτό ήταν, Οι σχέσεις μας είχαν διαρραγεί για πάντα. 
 
Έμαθα ότι έπρεπε να πάρω όνομα μέσω μιας τελετής που τη λένε βάφτιση. Άλλο φλέγον ζήτημα που μας ταλάνισε όλους τους μήνες της εγκυμοσύνης και μέχρι λίγο πριν κλείσουμε εκκλησία. Η βάφτιση είναι υποχρεωτική γιατί αλλιώς τα παιδιά βρωμάνε. Αυτό το ακλόνητο συμπέρασμα το συνήγαγα, όταν έπιασα τη μάνα μου να λέει στο τηλέφωνο, στη θεία μου, ότι της μυρίζει το παιδί της διπλανής, που ήταν ιεχωβού, επειδή δε το βάφτισε. Η αλήθεια είναι ότι από τότε, και μέχρι να οριστικοποιηθεί το όνομα μου και η εκκλησία, με έλουζε κρύος ιδρώτας, στην πιθανότητα και μόνο ότι οι διαπραγματεύσεις των σογιών θα απέβαιναν άκαρπες. Τελικά, και αφού τα σόγια βρέθηκαν αντιμέτωπα με το φάσμα της καταστροφής που συνεπάγεται η αβαφτισιά, επικράτησε η λογική και υπογράφηκε μνημόνιο συνεργασίας με την τοπική ενορία. Το αποτέλεσμα; Πήρα δύο ονόματα. Νικ από τον πατέρα του πατέρα μου και Νικ από τον πατέρα της μάνας μου. Κι έτσι όλοι έμειναν ευχαριστημένοι.

Τις τελευταίες βδομάδες πριν τον τοκετό, έμαθα ότι έπρεπε να «λαδώσουμε» κάποιον για να μας τακτοποιήσει την υπόθεση του αυθαιρέτου. Όσα και αν είχα ακούσει μέχρι τότε, αυτές ήταν πραγματικά πολύ λεπτές έννοιες για μένα. Τι μπορούσε να υποβόσκει κάτω από αυτούς τους συμβολισμούς; Ήταν κάτι που πραγματικά με ξεπερνούσε εκείνη την εποχή. Αυτό που μπορούσα με βεβαιότητα να συμπεράνω ήταν ότι το «λάδωμα» και η αυθαιρεσία κατείχαν περίοπτη θέση στην ελληνική παράδοση, τα χρηστά ήθη και τα έθιμα. 
 
Όλα τα παραπάνω τα είχα μάθει πριν καν γεννηθώ. Είχα, αυτό που λέμε, την υποχρεωτική εκπαίδευση. Κανείς δε θα μπορούσε να με ξεγελάσει. Αφού λοιπόν γεννήθηκα, κακήν-κακώς, άρχισα, αναπόφευκτα, να μεγαλώνω. Τότε ήταν που πραγματικά ανοίχτηκε ένας καινούριος, ανεξερεύνητος κόσμος για μένα. Από τότε η πρόοδος πλάκωσε μαζεμένη. Έμαθα να πιστεύω σε ένα ανώτερο ον που το λέμε Θεό. Όσοι δεν πίστευαν σε αυτό ήταν άπιστοι και τους κοιτούσαμε, και σωστά, με μισό μάτι. Τέτοια σιχαμερή ράτσα ήταν και οι Τούρκοι, τους οποίους για καλή μου τύχη τους κατάλαβα σύντομα. Ο Θεός ήταν πάνω από όλα. Επίσης σύντομα έμαθα ότι έπρεπε να επιλέξω ομάδα. Την πιο ρεαλιστική πρόταση εκείνη την εποχή προσέφερε ο Ολυμπιακός. Θα ήταν τουλάχιστον αφελές να επιλέξω κάτι διαφορετικό. Ο Ολυμπιακός ήταν ο πιο δυνατός και από μικρός έμαθα ότι πρέπει να πηγαίνω με τους δυνατούς. Έκτοτε βάφτηκα κόκκινος κι έμαθα να μισώ τον Παναθηναϊκό. Τα χρόνια περνούσαν γοργά και έφτασε η πρώτη μέρα της καινούριας μου ζωής στο σχολείο. Όλοι έπρεπε να πάμε εκεί. Στο σχολείο έμαθα να εμπλουτίζω τις βασικές μου γνώσεις και να επιβεβαιώνω τις αρχές που είχα λάβει μέχρι τότε. Έμαθα λοιπόν ότι σωστά είχα διδαχτεί να πιστεύω σε ένα Θεό, αφού κάθε μέρα, και πριν ξεκινήσει το μάθημα, ολόκληρο το σχολείο ακολουθούσε μια τελετή, που αποδείκνυε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι έπρεπε να πιστεύω σε ένα τέτοιο ανώτερο ον, την προσευχή. Αποκλείεται να έκαναν όλοι αυτοί λάθος, σκέφτηκα. Ήταν πραγματικά φοβερό όταν αργότερα συνάντησα ανθρώπους που όχι μόνο δεν πίστευαν, αλλά προσπαθούσαν να με πείσουν με περισσό θράσος για τις θέσεις τους! Καθαρός προσηλυτισμός στην αθεΐα! Στο σχολείο επίσης έμαθα ότι ο δάσκαλος πρέπει να κάνει διακρίσεις ανάμεσα στα καλά και τα άτακτα παιδιά, επιβραβεύοντας με μεγάλους βαθμούς τα καλά και τιμωρώντας παραδειγματικά τα άτακτα. Έμαθα ότι πρέπει να ανταγωνίζομαι τους υπόλοιπους για την πρωτιά, ενώ κατάλαβα από νωρίς ότι είναι σημαντικό να μην κάνω παρέα τα γυφτάκια και γενικά οποιονδήποτε μου φαινόταν διαφορετικός. 
 
Ο χρόνος κύλησε πολύ γρήγορα, και με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω, βρέθηκα να πηγαίνω και σε δεύτερο σχολείο. Αυτό ήταν παρόμοιο με το πρώτο, με τη μόνη διαφορά ότι πληρώναμε. Το λέγαμε φροντιστήριο. Το φροντιστήριο ήταν ένας νέος κόσμος. Εκεί έμαθα ότι πρέπει να μελετάω αποκλειστικά για το μεγάλο στόχο. Τις πανελλαδικές εξετάσεις. Ήταν αναμφίβολα μια αποκάλυψη, καθώς μέχρι τότε αμφιταλαντευόμουν μεταξύ τις γενικής παιδείας που θα καλλιεργούσε το κριτικό μου πνεύμα και της εξειδικευμένης που θα μου εξασφάλιζε μια θέση στην ανώτατη εκπαίδευση. Χωρίς δεύτερη σκέψη διέγραψα κάθε αμφιβολία και έπεσα με τα μούτρα στο μεγάλο στόχο. Μετά από μόλις 3 αποτυχημένες προσπάθειες τα κατάφερα! Αυτό που πάντα ήθελα, είχε πραγματοποιηθεί. Είχα πλέον εξασφαλίσει μια θέση στην ανώτατη εκπαίδευση. Στην ανώτατη εκπαίδευση τα πράγματα ήταν ανέλπιστα καλά. Βέβαια, πάντα ήξερα ότι το βασικό είναι να πάρεις το χαρτί. Οι εξειδικευμένες γνώσεις, ας πούμε ότι ήταν κάτι σαν παραπροϊόν της διαδικασίας. Αλλά το γεγονός ότι μπορούσα να περνάω με επιτυχία τα μαθήματα, απλώς και μόνο συμμετέχοντας στις κομματικές παρατάξεις της σχολής, ξεπερνούσε κάθε μου προσδοκία. Στην ανώτατη εκπαίδευση, επίσης, ανακάλυψα ότι ήμουν αριστερός. Για λίγο καιρό μάλιστα εντάχτηκα και στην ΠΚΣ. Ως αριστερός είχα το προνόμιο να καταγγέλλω το σύστημα και περιστασιακά να σπάω ό, τι μου φαινόταν συστημικό. Τότε ήταν που διαπίστωσα ότι το σύστημα ήταν πολύ ανθεκτικό, αλλά και ανεκτικό στη δράση μου. Για μια στιγμή ίσως και να πέρασε από το μυαλό μου ότι μπορεί και να το εξυπηρετώ, αλλά ευτυχώς οι σύντροφοι με έφεραν στο σωστό δρόμο. Έτσι λεγόμασταν εμείς οι αριστεροί μεταξύ μας. 
 
Ο καιρός, για άλλη μια φορά, κύλησε σαν το νερό και μετά από μερικά χρόνια καθυστέρησης πήρα με το σπαθί μου το πτυχίο. Είχε έρθει η ώρα να υπηρετήσω τη μητέρα πατρίδα. Κούρεψα το «αριστερό» μαλλί και το μούσι, και έγινα γλόμπος. Αφού οι γιατροί διαπίστωσαν ότι έχω δύο @ρχίδι@, με τη μέθοδο του δακτύλου και ότι δεν έχω ψυχολογικά προβλήματα, με την επιστημονική μέθοδο της διαβεβαίωσης (τους διαβεβαίωσα ότι δεν έχω), έκριναν ότι είμαι κατάλληλος να υπηρετήσω αδιάλειπτα τη θητεία μου. Πήρα τα στρατιωτικά μου ρούχα και αφού άλλαξα, μαζί με το υπόλοιπο «κοπάδι», οδηγήθηκα στην αναφορά φαγητού. Το πρώτο μου γεύμα ήταν το παραδοσιακό, πατάτες με αρακά, μπλουμ. Να μη τα πολυλογώ, ο στρατός ήταν άλλο ένα μεγάλο σχολείο. Προς μεγάλη μου έκπληξη υπήρξε ο πρώτος πραγματικά προοδευτικός, φιλελεύθερος οργανισμός που εμπράκτως είχε απελευθερώσει τη χρήση ουσιών. Αυτό ταυτιζόταν πλήρως με τις ακραιφνώς προοδευτικές μου απόψεις κι έκανε τη θητεία υποφερτή. Ο στρατός, διαπίστωσα επίσης ότι διενεργούσε και φιλανθρωπικό έργο, αφού μεγάλο μέρος των προμηθειών εξερχόταν του στρατοπέδου για τη στήριξη των φτωχών και υπαμειβόμενων στελεχών, ενώ τα πλεονάσματα διακινούντο σε ανταγωνιστικές τιμές, στην τοπική αγορά, πετυχαίνοντας καίριο χτύπημα στο καρτέλ των μεσαζόντων. Η στιγμή της απόλυσης, και αφού είχα καταφέρει να πάρω τη σωστή μετάθεση, χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες του πατέρα, είχε φτάσει. 
 
Όλος ο κόσμος ήταν πλέον δικός μου. Θα έπιανα την πέτρα και θα την έστυβα. Ρίχτηκα λοιπόν στη μάχη για μια θέση στο δημόσιο. Οι πρώτες συμβάσεις ήρθαν σχετικά εύκολα, καθώς είχα όλα τα απαιτούμενα προσόντα (Τόσα χρόνια στο κόμμα). Τότε πια ήταν που η ζωή μου άρχισε να μπαίνει για τα καλά στη ρότα της κοινωνικής ανέλιξης, καθώς όλα μου τα όνειρα, τα οράματα και οι προσδοκίες έπαιρναν σάρκα και οστά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, όταν ενώ δεν έβγαινα ποτέ από το γραφείο, έπαιρνα ανελλιπώς οδοιπορικά. Σύντομα έγινα ένας επιτυχημένος συμβασιούχος δημόσιος υπάλληλος και μάλιστα σύναψα το πρώτο μου καταναλωτικό δάνειο το οποίο ξόδεψα εξολοκλήρου στη Μύκονο. 
 
Μετά από αυτό ήρθε η οικογένεια. Η γυναίκα μου ήταν από το ιδεολογικά αντίπαλο στρατόπεδο. Την εποχή που γνωριστήκαμε η Νέα Δημοκρατία ήταν στα πράγματα και αυτό με έκανε να νιώθω μειονεκτικά απέναντι της. Στην πρώτη μας κιόλας συνεύρεση βρέθηκα από κάτω. Η επανένταξη στη μεγάλη δημοκρατική παράταξη ήρθε φυσιολογικά καθώς η πόλωση ήταν αναπόφευκτη. Είχα εναποθέσει όλες μου τις ελπίδες στο Γιώργο ώστε να αλλάξει η κατάσταση. Ο γάμος μας ήρθε ταυτοχρόνως με την ανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ και την επανεκλογή του στη εξουσία. Δυστυχώς η κατάσταση στην οικονομία ήταν δραματική καθώς η Νέα Δημοκρατία είχε εκτοξεύσει το δημοσιονομικό έλλειμμα στα 36 δισεκατομμύρια ευρώ. Η γυναίκα μου διατεινόταν ότι φουσκώσαμε το έλλειμμα. Η μνημονιακή εποχή είχε αρχίσει. Ήμουν πεπεισμένος ότι αυτή η λύση ήταν η καλύτερη. Επιτέλους έπρεπε να καθαρίσει η δημόσια διοίκηση από τα παράσιτα. Να κάνουμε το μεγάλο άλμα προς τα εμπρός. Έτσι και έγινε, με αποτέλεσμα να βρεθούμε στο κενό, καθώς δεν προσέξαμε ότι το άλμα έγινε από C-130 χωρίς αλεξίπτωτο. Βέβαια, ο εναλλακτικός δρόμος, αναμφισβήτητα, θα ήταν μια καταστροφή. 
 
Πλέον, χωρίς πατριωτικές αναστολές, έχοντας ήδη κάνει το καθήκον μου στις εθνικές εκλογές, νιώθω ότι έχουμε αφήσει τα δύσκολα πίσω μας και ατενίζω το μέλλον με αισιοδοξία. 
 
 Περθ, 15/03/2013

ΝικΝικ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

ShareThis

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...